Τρίτη, 31 Μαρτίου 2015

Η Γεωπολιτική πίσω από τον πόλεμο στην Υεμένη: η απαρχή ενός νέου μετώπου ενάντια στο Ιράν


 

του Mahdi Darius Nazemroaya

Οι ΗΠΑ και το Βασίλειο της Σαουδικής Αραβίας ανησύχησαν πολύ όταν το κίνημα των Χούτι, ή Ανσαραλλάχ (Υποστηρικτές του Θεού) κέρδισε, το Σεπτέμβριο του 2014, τον έλεγχο της πρωτεύουσας της Υεμένης Σαναά. Στον υποστηριζόμενο από τις ΗΠΑ πρόεδρο Αμπντ Ραμπούχ Μανσούρ Αλ-Χάντι επεβλήθη η ταπεινωτική μοιρασιά της εξουσίας με τους Χούτι και το συνασπισμό των φυλών της βόρειας Υεμένης που τους βοήθησε να εισέλθουν στη Σαναά. Ο Αλ-Χάντι έκανε λόγο για τον σχηματισμό κυβέρνησης εθνικής ενότητας ενώ οι σύμμαχοί του, ΗΠΑ και Σαουδική Αραβία, επεδίωξαν να χρησιμοποιήσουν τον νέο εθνικό διάλογο και τις διαμεσολαβητικές συνομιλίες για να προσεταιριστούν και να εξευμενίσουν τους Χούτι.

Η αλήθεια για τον πόλεμο στην Υεμένη έχει διαστρεβλωθεί
Ο πόλεμος και η αποπομπή του Προέδρου Αλ-Χάντι στην Υεμένη δεν είναι αποτέλεσμα ενός πραξικοπήματος των Χούτι στην Υεμένη. Είναι ακριβώς το αντίθετο. Ο Αλ-Χάντι αποπέμφθηκε διότι, με τους Σαούντ και τη στήριξη των ΗΠΑ, προσπάθησε να αναστείλει τις συμφωνίες για κατανομή εξουσίας που είχε κάνει και να επιστρέψει στην αυταρχική διακυβέρνηση. Η αποπομπή του πρόεδρου Αλ-Χάντι, από τους Χούτι και τους συμμάχους τους, ήταν μια αναπάντεχη αντίδραση στην ανάληψη της απόλυτης εξουσίας από τον Αλ-Χάντι, που σχεδίαζε με την Ουάσιγκτον και τους Σαούντ.     
Οι Χούτι και οι σύμμαχοί τους αντιπροσωπεύουν πολλά στρώματα της κοινωνίας της Υεμένης και την πλειοψηφία των κατοίκων της Υεμένης. Οι εσωτερικοί σύμμαχοι του κινήματος των Χούτι εναντίον του Αλ-Χάντι περιλαμβάνει και σιίτες και σουνίτες. Οι ΗΠΑ και οι Σαούντ δεν ανέμεναν ποτέ ότι οι Χούτι θα δοκίμαζαν να απομακρύνουν τον Αλ-Χάντι από την εξουσία, αλλά αυτή η αντίδραση είχε προετοιμαστεί εδώ και μια δεκαετία. Με τους Σαούντ, ο Αλ-Χάντι είχε εμπλακεί στην δίωξη των Χούτι και στην πολιτική χειραγώγηση των φυλών ακόμη και πριν γίνει πρόεδρος. Όταν έγινε πρόεδρος της Υεμένης εργάστηκε ενάντια στην εφαρμογή των συμφωνιών που είχαν επιτευχθεί κατά τον εθνικό διάλογο, που συγκλήθηκε αφού ο Αλί Αμπντουλλάχ Σαλέχ εξαναγκάστηκε σε παραίτηση από τη προεδρία το 2011.

Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2015

Ο Άσαντ καλεί τη Ρωσσία να δημιουργήσει στρατιωτική βάση στη Συρία



Η Ρωσσία μπορεί να δημιουργήσει μια ισχυρή στρατιωτική βάση στη Συρία – αυτό δήλωσε ο πρόεδρος της Συρίας Μπασάρ Άσαντ, κατά τη διάρκεια συνέντευξής του, στη Δαμασκό, στον δημοσιογράφο του τηλεοπτικού σταθμού «Ζβεζντά» Φιοντόρ Ιβάνιτς (26.3.15). Σύμφωνα με τον Άσαντ στη Συρία αναμένουν τέτοιο αίτημα και εάν γίνει, η Δαμασκός οπωσδήποτε θα το ικανοποιήσει.  
«Σε ότι αφορά τη ρωσσική παρουσία σε διάφορες περιοχές του πλανήτη, μεταξύ αυτών και στην ανατολική Μεσόγειο, στο συριακό λιμάνι Ταρτούς, είναι απαραίτητη για τη διατήρηση της ισορροπίας που χάθηκε έπειτα από τη διάλυση της ΕΣΣΔ πάνω από 20 χρόνια πριν. Για εμάς όσο περισσότερο δυναμώνει η παρουσία της Ρωσσίας στην περιοχή μας, τόσο πιο σταθερή γίνεται, καθώς η Ρωσσία παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στην ενδυνάμωση της σταθερότητας παγκοσμίως. Σε σχέση με αυτό μπορώ να πω ότι, εμείς χαιρετίζουμε την επέκταση της ρωσσικής παρουσίας στην ανατολική Μεσόγειο, ιδιαίτερα στις δικές μας ακτές, στα δικά μας λιμάνια», δήλωσε ο Άσαντ στην αποκλειστική του συνέντευξη, απαντώντας στην ερώτηση του δημοσιογράφου για τη δυνατότητα επέκτασης του υφιστάμενου σταθμού υλικο-τεχνικής εξυπηρέτησης στη Ταρτούς σε μια πλήρως αναπτυγμένη βάση του πολεμικού ναυτικού.
Ο ηγέτης της Συρίας προέβη επίσης σε ευθύ παραλληλισμό μεταξύ των γεγονότων της Μέσης Ανατολής με αυτά της Ουκρανίας: «Εγώ σταθερά επιμένω στο ότι υπάρχει σχέση μεταξύ της συριακής κρίσης και στα όσα συμβαίνουν στην Ουκρανία. Πρώτον, επειδή και οι δύο χώρες έχουν σημασία για τη Ρωσσία, δεύτερον επειδή και στις δύο περιπτώσεις ο στόχος είναι να αποδυναμωθεί η Ρωσσία και να δημιουργηθούν κράτη-μαριονέτες».

Τρίτη, 17 Μαρτίου 2015

Το ιστορικό βάθος και οι προοπτικές των σινο-ρωσσικών σχέσεων


Η «ανατολική στροφή» του Πούτιν, που εκδηλώθηκε έπειτα από την ανοιχτή πλέον αντιπαράθεσή του με τις ΗΠΑ και με αφορμή τα τεκταινόμενα στην Ουκρανία, έχει ως βασικό πυρήνα και προϋπόθεση της επιτυχίας της την επίτευξη του άξονα Ρωσσίας-Κίνας. Από την επιτυχία αυτού του στρατηγικού στόχου της Μόσχας θα εξαρτηθεί, εν πολλοίς, η δυνατότητά της να παραμείνει παγκόσμιος ανταγωνιστικός  πόλος, ποιοι θα είναι οι νέοι διεθνείς συσχετισμοί δυνάμεων αλλά και η τύχη της ίδιας της παγκοσμιοποίησης με τη μορφή που αναπτύχθηκε ως σήμερα.
Ως εκ τούτου, η σινο-ρωσσική συνεργασία, οι πρόσφατες ενεργειακές και εμπορικές συμφωνίες-μαμούθ, η στήριξη της Κίνας στις κινήσεις της Μόσχας σε Κριμαία και ανατολική Ουκρανία, έχουν μπει στο μικροσκόπιο της διεθνούς κοινότητας. Το βασικό ερώτημα που τίθεται από όλους είναι, εάν τελικά η αναθέρμανση της σχέσης των δύο γιγάντων μπορεί να έχει συνέχεια και ως που.
Στους δυτικούς αναλυτές επικρατεί η άποψη ότι εδώ πρόκειται για μια «λυκοφιλία» -το περιοδικό «Economist» χρησιμοποίησε τον όρο «frenemies», δηλαδή φίλοι-εχθροί- που δεν μπορεί να αντέξει στο χρόνο. Και αυτό διότι τα συμφέροντα τους είναι σε μεγάλο βαθμό αποκλίνοντα. Άλλωστε, το Πεκίνο ακολουθεί ανέκαθεν μια εξωτερική πολιτική που δεν το ταυτίζει με καμία άλλη δύναμη. Στη Δύση θεωρούν ότι, αργά ή γρήγορα, οι δύο χώρες θα έλθουν σε αντιπαράθεση, όπως συνέβη και στο παρελθόν. Μια τέτοια ανάγνωση ασφαλώς δεν είναι άτοπη καθώς έχει ψήγματα αλήθειας. Η πραγματικότητα, όμως, είναι περισσότερο σύνθετη, καθώς οι σχέσεις μεταξύ των δύο λαών δεν είναι πρόσφατες και δεύτερον η συνεργασία τους έχει ως υπόβαθρο πολλά κοινά ζωτικά συμφέροντα τόσο στο οικονομικό πεδίο όσο και σε αυτό της γεωστρατηγικής τους ισχύος.

Σάββατο, 14 Μαρτίου 2015

Μπορεί ο στρατός του Ιράκ να εκδιώξει το Ισλαμικό Κράτος;


 


του Michael Knights*

"Η ενίσχυση της επιρροής του Ιράν, μέσω των σιιτικών πληθυσμών της Μέσης Ανατολής και της Αραβικής Χερσονήσου, αναδεικνύεται και στις πρόσφατες εξελίξεις στο Ιράκ και στην αντεπίθεση που πραγματοποιούν οι ιρακινές δυνάμεις εναντίον του Ισλαμικού Κράτους, στη Τικρίτ και σε άλλα μέτωπα. Η νέα κατάσταση, όπως διαμορφώνεται, προκαλεί έντονο προβληματισμό στις ΗΠΑ και στον διεθνή συνασπισμό που επιχειρεί εναντίον θέσεων του ΙΚ, ενόψει και της σχεδιαζόμενης επίθεσης για την ανακατάληψη της Μοσούλης. Ο προβληματισμός αυτός αναλύεται και στο άρθρο που ακολουθεί (στμ)"

Την 1η Μαρτίου, περίπου 27 χιλιάδες Ιρακινοί στρατιώτες άρχισαν την επίθεσή τους στην Τικρίτ, μια πόλη 150 χλμ. βορείως της Βαγδάτης η οποία έχει καταληφθεί από το Ισλαμικό Κράτος από τον Ιούνιο του 2014. Η επίθεση συνιστά την πρώτη απόπειρα να εκδιωχθεί το ΙΚ από ένα μεγάλο αστικό κέντρο, το οποίο ελέγχει και έχει οχυρώσει, μια δοκιμή για τη σχεδιαζόμενη επιχείρηση να ανακαταληφθεί η Μοσούλη –η ιρακινή πρωτεύουσα του χαλιφάτου του ΙΚ. Η επιχείρηση στο Τικρίτ θα εξετασθεί ώστε να χυθεί φως σε δύο ασαφή στοιχεία. Μπορούν οι κατεξοχήν εθελοντικές δυνάμεις των Σιιτών να παίξουν ένα παραγωγικό ηγετικό ρόλο στις επιχειρήσεις ανάμεσα στις κοινότητες των σουνιτών; Και μπορεί ο ιρακινός στρατός να εκτοπίσει τους υπερασπιστές του ΙΚ από τις οχυρωμένες αστικές περιοχές;

Πέμπτη, 12 Μαρτίου 2015

Εύφλεκτες εστίες του παγκόσμιου ανταγωνισμού


Ντεμπάλτσεβο, Κομπάνι, Σαναά, Αθήνα, Βουδαπέστη· πόλεις που τις χωρίζουν χιλιάδες χιλιόμετρα, πόλεις που ανήκουν σε διαφορετικούς πολιτισμούς, τις οποίες, ωστόσο, το προηγούμενο διάστημα τις συνέδεσε κάτι κοινό: όλες τους υπήρξαν εξέχουσες εστίες του νέου παγκόσμιου ανταγωνισμού, που εξελίσσεται με αυξανόμενη ένταση τα τελευταία έτη. Είναι φανερό ότι η ουσία των γεγονότων, που διαδραματίζονται μπροστά στα μάτια μας, μόνον εφόσον τοποθετηθούν σε ένα ευρύτερο πλαίσιο γεωστρατηγικών ανταγωνισμών γίνεται αντιληπτή.
Στη πραγματικότητα, μια νέα παγκόσμια διαπάλη λαμβάνει χώρα –ο χαρακτηρισμός «νέος ψυχρός πόλεμος» ασφαλώς είναι πρόωρος και προσωρινός. Το κύριο διακύβευμα της μεταβατικής φάσης που βιώνουμε είναι αν ο παγκόσμιος χώρος θα τελεί υπό μονοπολική ηγεμονία -με ηγεμόνα τις ΗΠΑ- ή θα περάσει σε μια πολυπολική εποχή. Το κέντρο των δραματικών συγκρούσεων και ανακατατάξεων παραμένει η ευρύτερη ευρασιατική ζώνη. Γι’ αυτό και οφείλουμε να αντιληφθούμε ότι ό,τι συμβαίνει στη Συρία και στο Κουρδιστάν έχει αντίκτυπο στην Ουκρανία και στην Ελλάδα, και ό,τι συμβαίνει στην Αίγυπτο και στην Υεμένη έχει συνέπειες στο Βερολίνο και στην Ουάσιγκτον.
Στη μακρινή Υεμένη, για παράδειγμα, οι σιίτες Χούδι κατέλαβαν την εξουσία στην πρωτεύουσα Σαναά. Η νίκη των σιιτών απέναντι στην νόμιμη κυβέρνηση, αλλά και στην τοπική Αλ-Κάιντα, συνιστά και νίκη της Τεχεράνης. Το καθεστώς στο Ιράν, συμπληρώνοντας 36 χρόνια από την ισλαμική επανάσταση, αντί να έχει καταρρεύσει όπως εκτιμούσαν οι αντίπαλοί του, έχει επεκτείνει την επιρροή του στην Μέση Ανατολή και στη Αραβική χερσόνησο. Οι Ιρανοί εκτός από την Σαναά, ελέγχουν ακόμη τη Δαμασκό της Συρίας -όπου η αντοχή του προέδρου Άσαντ υπήρξε ο καταλύτης των μεγάλων ανατροπών- τη Βηρυτό του Λιβάνου, μέσω της Χεζμπολλάχ, και τη Βαγδάτη, όπου πλειοψηφούν οι σιίτες. Τούτο σημαίνει ότι οι ΗΠΑ είναι αναγκασμένες να επανεξετάσουν την πολιτική τους απέναντι στην Τεχεράνη -στενοχωρώντας το Ισραήλ- αν δεν θέλουν να δουν έναν μελλοντικό ρωσσο-ιρανικό άξονα που θα εκτείνεται έως την Αίγυπτο.

Παρασκευή, 6 Μαρτίου 2015

Η συμφωνία Πούτιν-Αναστασιάδη και η ρωσσική ναυτική παρουσία στην ανατολική Μεσόγειο



Η συμφωνία για το λιμάνι της Κύπρου δίνει στη Ρωσσία μια εναλλακτική επιλογή για το ναυτικό της σε σχέση με τη Ταρτούς
Του Paul J. Saunders

Ο εκ νέου ελλιμενισμός του ρωσσικού ναυτικού στα λιμάνια της Κύπρου εμπεριέχει για τη Μόσχα, ταυτοχρόνως, συμβολική και πρακτική σημασία. Σε μια εποχή κατά την οποία η Ε.Ε έχει επιβάλλει σκληρές οικονομικές κυρώσεις στη Ρωσσία και επιδιώκει να απομονώσει τη ρωσσική κυβέρνηση, το Κρεμλίνο αρπάζει κάθε ευκαιρία για να αναδείξει στις ρωγμές της ευρωπαϊκής ενότητας.
Η πρόσφατη επίσκεψη του Βλαδίμηρου Πούτιν στην Ουγγαρία –ολοκληρώθηκε με μια συμφωνία για την παροχή φυσικού αερίου- συνιστά ένα τέτοιο παράδειγμα. Οι συνομιλίες με την Κύπρο ένα άλλο. Ο πολιτικός συμβολισμός που αποκτούν αυτές οι κινήσεις της Μόσχας γίνεται περισσότερο κατανοητός από το χειρισμό που επιφυλάσσουν στην είδηση τα επίσημα ρωσσικά ΜΜΕ. Ο τίτλος του «Σπούτνικ» –ενός σχετικά πρόσφατου ενημερωτικού οργανισμού, που επιχορηγείται από την κυβέρνηση και απευθύνεται προς το εξωτερικό- το δηλώνει απερίφραστα: «Η Ρωσσία υπογράφει στρατιωτική συμφωνία με κράτος–μέλος της Ε.Ε.». Με άλλα λόγια, το «Σπούτνικ» λέει στου Ευρωπαίους: «ίσως νομίζετε ότι μπορείτε να μας απομονώσετε, αλλά δεν μπορείτε ούτε στα μέλη σας να απαγορεύσετε να φιλοξενούν τις ρωσσικές στρατιωτικές δυνάμεις». Φυσικά, οι Ρώσσοι αξιωματούχοι θέλουν πιθανώς να προσεγγίσουν ακροατήρια πέρα από την Ε.Ε. ή τη Δύση γενικώς. Ένα άλλο ακροατήριο είναι στο εσωτερικό, στο οποίο η συμφωνία λέει ότι «δεν είμαστε τόσο απομονωμένοι όσο οι ηγέτες της Δύσης ισχυρίζονται».