Παρασκευή, 17 Ιουνίου 2016

Η εκκλησιαστική κρίση στην Ουκρανία στο φόντο της Πανορθόδοξης Συνόδου

Η Λάβρα των Σπηλαίων στο Κίεβο



Οι Ουκρανοί πολιτικοί  προσπαθούν εκ νέου να αναμειχθούν σε αμιγώς θρησκευτικά ζητήματα. Η Βερχόβναγια Ράντα (Κοινοβούλιο) ενέκρινε ένα ψήφισμα προς τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως με αίτημα να αναγνωρίσει το σχισματικό Πατριαρχείο Κιέβου. Και εάν παλαιότερα ο εμπνευστής παρόμοιων σχεδίων ήταν ο πρώην πρόεδρος Βίκτωρ Γιούσενκο, σήμερα αυτό το κάνουν πρώην συνεργάτες του Γιανουκόβιτς.

Η Βερχόβναγια Ράντα της Ουκρανίας απευθύνθηκε την Πέμπτη (16.6) στον Πατριάρχη Βαρθολομαίο με το αίτημα να αναγνωρίσει την ανεξαρτησία της Ουκρανικής Εκκλησίας από το Πατριαρχείο της Μόσχας. Το σχέδιο ψηφίσματος το ενέκριναν 245 βουλευτές.
Στην Ουκρανία υπάρχουν η Κανονική Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία –Πατριαρχείο της Μόσχας (ΠΜ), η οποία είναι αυτοδιοικούμενη εκκλησία ως τμήμα του Πατριαρχείου της Μόσχας, και οι μη αναγνωρισμένες από τις υπόλοιπες ορθόδοξες εκκλησίες το Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία του Πατριαρχείου Κιέβου και η Ουκρανική Αυτοκέφαλη Ορθόδοξη Εκκλησία δ. πίνακας στο τέλος του άρθρου).
Προφανώς, οι βουλευτές στο αίτημά τους εννοούν το μη αναγνωρισμένο «Πατριαρχείο του Κιέβου» του οποίου ηγείται ο πρώην ιεράρχης της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας Φιλάρετος (Μιχαήλ Ντενισένκο). Έπειτα από την εσωτερική σύγκρουση του 1991-92, που υποκινήθηκε από τον Φιλάρετο, ο πρώην μητροπολίτης Κιέβου καθαιρέθηκε. Το 1997 η Αρχιερατική Σύνοδος της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας αφόρισε και αναθεμάτισε τον Φιλάρετο για την σχισματική του δράση –απόφαση που αναγνωρίστηκε και από άλλες τοπικές εκκλησίες. Αυτός ο Φιλάρετος, λοιπόν, ο οποίος αυτοαποκαλείται «πατριάρχης Κιέβου και πάσης Ρους-Ουκρανίας», εμφανίζεται ως ο υποστηρικτής της πολιτικής ιδέας «μια ανεξάρτητη εκκλησία για ένα ανεξάρτητο κράτος». Φαίνεται, όμως, ότι η έκκληση της «ευρωπαϊκά προσανατολισμένης» Ράντα έρχεται σε αντίθεση με τη γενικά αποδεκτή (και στην Ευρώπη) αρχή για το διαχωρισμό εκκλησίας και κράτους, καθώς επιδιώκει την ενίσχυση της ομάδας του αυτo-ανακηρυγμένου «πατριάρχη».

Τετάρτη, 15 Ιουνίου 2016

Ο ελληνισμός στη μέγγενη της ιστορίας



Είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακός ο τρόπος που οι άνθρωποι απωθούμε την πρόσληψη της δύσκολης πραγματικότητας. Αντιμετωπίζουμε ό,τι μας συμβαίνει αδρανώς με την μεθοδολογία της σκέψης που έχουμε συνηθίσαμε, ακόμη κι αν αυτή έχει συντελέσει στην επιδείνωση της κατάστασής μας. Στο άτομο η καθήλωση στην άρνηση καταλήγει σε νευρώσεις ή/και κατάθλιψη, ενώ σε συλλογικό επίπεδο οδηγεί σε ιδεοληπτικές εμμονές, που εκδηλώνονται σε ανάλογου χαρακτήρα πολιτικές συμπεριφορές ή/και σε παραίτηση από την συμμετοχή στα κοινά. Το αποτέλεσμα είναι, σε κάθε περίπτωση, καταστροφικό.
Η περιγραφή αυτή αποτυπώνει την εικόνα της ελληνικής κοινωνίας των τελευταίων χρόνων. Η οικονομική κρίση αποκάλυψε το δραματικό εύρος των δομικών παθογενειών των κρατικών λειτουργιών, τους αποσαθρωμένους κοινωνικούς αρμούς, το χαμηλό επίπεδο των ντόπιων ελίτ και τις οδυνηρές εξωτερικές εξαρτήσεις. Στοιχεία που μακροχρόνια δρούσαν υπονομευτικά στο εθνικό σώμα αλλά πριν την άρση του παραπετάσματος των ομαδικών ψευδαισθήσεων δεν γίνονταν αντιληπτά ή αποδεκτά από την συλλογική συνείδηση.
Παράλληλα, όμως, η σαρωτική δίνη των αρνητικών εξελίξεων ανέδειξε αυτούσια τη γεω-πολιτισμική θέση του ελληνισμού, σε όλο το ιστορικό της βάθος, το εύθραυστο παρόν της  και την ερεβώδη προοπτική της. Διέλυσε τα σύννεφα της ουτοπίας που κάλυπταν τον ορίζοντα του κόσμου μας και διαπιστώσαμε ότι δεν μετακινηθήκαμε ποτέ από εκεί που ήμασταν εδώ και χίλια χρόνια, παρ’ ότι πολλές φορές το ποθήσαμε ή το λησμονήσαμε: στην οριογραμμή που χαράχθηκε ήδη κατά τους τελευταίους εναγώνιους αιώνες του Βυζαντίου. Εκεί που ο ελληνισμός, ως διακριτή πολιτισμική οντότητα, κονταροχτυπιέται για την επιβίωσή του, καθώς πιέζεται μέχρις εξαφανίσεως, ταυτοχρόνως με Ανατολή και Δύση. Τούρκοι και Φράγκοι, Ισλάμ και Καθολικισμός, διεκδίκησαν τον χώρο της ελληνικής Ορθοδοξίας, διαμοιράζοντας τα εδάφη και επιχειρώντας την βίαιη αλλαγή της ταυτότητάς των κατοίκων του. Ο Έλληνας άνθρωπος κατόρθωσε, με οδυνηρές φυσικές και πνευματικές απώλειες, να επιζήσει της φοβερής μέγγενης, λόγω των ισχυρών καταβολών του, οι οποίες συμπυκνώνονταν στη θρησκευτική του πίστη και στις σωτήριες λειτουργίες του κοινοτισμού.
Παρά την αποικιοκρατική σχέση με τη Δύση, κυρίως με τη Μεγάλη Βρετανία, ο ελληνισμός, με νικηφόρα αφετηρία το 1821, διεξήγαγε μια «διαρκή επανάσταση» ενός αιώνα, την «Μεγάλη Ιδέα», που αποτελούσε και την μοναδική οδό-διέξοδο από τις γεωπολιτικές συμπληγάδες. Η αποτυχία της ολοκλήρωσής της, που συνεπαγόταν τον περιορισμό του ελλαδικού κράτους στην βαλκανική χερσόνησο, προκάλεσε εσωτερίκευση των συγκρούσεων και διάσταση προσανατολισμών. Το πεδίο της αντιπαράθεσης περιορίστηκε, κατ’ ουσίαν, στην επιλογή πόλου εξάρτησης και με στόχο την επικράτηση επί του εσωτερικού αντιπάλου και όχι τον απεγκλωβισμό του ελληνισμού από την ιστορική λαβίδα. Οι κοινωνικο-ιδεολογικές συγκρούσεις διεξάγονταν δηλαδή σε ένα καθορισμένο πλαίσιο: την τριπλή, πια, πίεση από δύση, ανατολή και βορρά –ο τελευταίος θα έχει αναχθεί σε απειλή πολύ πριν τη δημιουργία της ΕΣΣΔ με την ανάδυση του πανσλαβισμού μετά την λήξη του Κριμαϊκού πολέμου. Ως εκ τούτου, ακόμη και η ηρωική στάση των Ελλήνων κατά τον β΄ παγκόσμιο πόλεμο κατέληξε σε εσωτερική τραγωδία.